Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Εκπαίδευση και αγορά εργασίας στην Ελλάδα: Επιπτώσεις της κρίσης και προκλήσεις. Έκθεση του ΙΟΒΕ

Ο γνωστός ΙΟΒΕ, με τις ταξικές του σκοπιμότητες υπέρ του κεφαλαίου, στην τελευταία του μελέτη παρέχει μία σειρά ενδιαφέροντα στοιχεία που κάνουν χρήσιμη την ανάγνωση της.

Εμείς παρουσιάζουμε το κύριο μέρος των συμπερασμάτων. Για την πλήρη μελέτη εδώ.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ

Η περίοδος πριν την έναρξη της κρίσης χαρακτηρίστηκε από την μεγάλη άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού, που είχε ως αποτέλεσμα η πλειονότητα των εργαζομένων στην Ελλάδα να είναι πλέον μέσης ή ανώτατης εκπαίδευσης. Η άνοδος αυτή οφείλεται, από τη μια, στην αποχώρηση από την απασχόληση των εργαζόμενων μεγαλύτερων ηλικιών με χαμηλή εκπαίδευση στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Από την άλλη, είναι αποτέλεσμα της πολιτικής της μεγάλης διεύρυνσης της ανώτατης εκπαίδευσης που ακολουθήθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έπειτα, με τη μεγάλη αύξηση των εισαγόμενων φοιτητών στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ, και την επέκταση του αριθμού των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και φοιτητών20. Ως αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ο αριθμός των πτυχιούχων ανώτατης εκπαίδευσης αυξήθηκε από 1,18 εκ. το 2001 σε 2,12 εκ. το 2017, μια από τις μεγαλύτερες αυξήσεις διεθνώς την ίδια περίοδο. Η αύξηση αυτή οφείλεται πρωτίστως, στην μεγάλη αύξηση των γυναικών με πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης που από το 2012 και έπειτα είναι περισσότερες από τους άνδρες.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής της διεύρυνσης της ανώτατης εκπαίδευσης της δεκαετίας του 1990 αντανακλώνται στην αγορά εργασίας την περίοδο πριν την έναρξη της κρίσης. Ειδικότερα, την δεκαετία 2000-2009 -μια περίοδος αύξησης της συνολικής απασχόλησης- σημειώθηκε αύξηση της απασχόλησης στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα για όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, με εξαίρεση τους αποφοίτους δημοτικού που μειώθηκαν. Ο μεγαλύτερος όμως μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης σημειώθηκε μεταξύ των κατόχων μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών, καθώς και ανώτατης εκπαίδευσης, με συγκρίσιμο μάλιστα ρυθμό αύξησης της απασχόλησής τους στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα. Ως αποτέλεσμα, την περίοδο πριν από την κρίση, οι απόφοιτοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών και ανώτατης εκπαίδευσης σημείωσαν τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης.

Επιπλέον, με την αύξηση της απασχόλησης που σημειώθηκε στον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ 2000-2009,αυξήθηκε κατά 4 μονάδες το μερίδιο των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης στους απασχολούμενους (από 14% σε 18%) και κατά 5 μονάδες το μερίδιο των αποφοίτων Λυκείου (από 29% σε 34%). Στο δημόσιο τομέα, όμως, το μερίδιο των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης αυξήθηκε κατά 7 μονάδες (από 57% σε 64%) και των κατόχων μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών κατά 3 μονάδες (από 1% σε 4%), ενώ μειώθηκαν κατά 5 μονάδες τα μερίδια του Λυκείου (από 26% σε 21%), του Δημοτικού (από 8% σε 3%) και κατά 1 μονάδας του Γυμνασίου (από 2% σε 1%), δείχνοντας ότι η πολιτική της διεύρυνσης της ανώτατης εκπαίδευσης οδήγησε σε αύξηση της απασχόλησης πτυχιούχων, πρωτίστως, στο δημόσιο τομέα.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι -όπως δείχνουν τα στοιχεία της παρούσας μελέτης- ο σημαντικότερος κλάδος απασχόλησης των αποφοίτων του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, είναι στην Ελλάδα η εκπαίδευση και η δημόσια διοίκηση, τομείς στους οποίους απασχολούνται αναλογικά περισσότεροι πτυχιούχοι σε σύγκριση με τις χώρες της ΕΕ-28. Η εξέλιξη αυτή, από τη μια, αντανακλά τον κύριο προσανατολισμό του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα, στην εκπαίδευση εκπαιδευτικών και στελεχών της δημόσιας διοίκησης, που διαμορφώνει το είδος της προσφοράς πτυχιούχων στην αγορά εργασίας. Από την άλλη, αντανακλά την πίεση για προσλήψεις των αποφοίτων της διευρυμένης ανώτατης εκπαίδευσης στον δημόσιο τομέα, και την υποχώρηση του κράτους στην πίεση αυτή, σε μια περίοδο μεγάλης δημοσιονομικής επέκτασης21. Ο προσανατολισμός του πανεπιστημιακού τομέα της διευρυμένης ανώτατης εκπαίδευσης στην εκπαίδευση εκπαιδευτικών και στην απασχόληση των αποφοίτων του στο δημόσιο τομέα, αναδεικνύει την προβληματική σύνδεση της διευρυμένης ανώτατης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, ήδη πριν την έναρξη της κρίσης.

Η προβληματική σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, την περίοδο πριν την έναρξη της κρίσης, αντανακλάται, επιπλέον, στα ποσοστά ανεργίας και στα μερίδια των αποφοίτων διαφορετικών επιπέδων εκπαίδευσης στο σύνολο των ανέργων. Συγκεκριμένα, ενώ μεταξύ 2001-2009 τα ποσοστά ανέργων μειώθηκαν σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, με εξαίρεση το Δημοτικό, το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας διατηρήθηκε μεταξύ των αποφοίτων μεταδευτεροβάθμιας και μέσης εκπαίδευσης στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Σε αντίθεση, με άλλες αναπτυγμένες χώρες όπου γενικά ισχύει ότι όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο εκπαίδευσης των ατόμων, τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό ανεργίας22, στην Ελλάδα οι απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης είχαν περίπου ίσο ποσοστό ανέργων με τους αποφοίτους χαμηλής εκπαίδευσης στο Δημοτικό, γεγονός που πρέπει να αποδοθεί στην εύκολη απορρόφηση ατόμων χαμηλής εκπαίδευσης στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας (γεωργία, κτηνοτροφία κλπ).

Παρά την αύξηση της απασχόλησης μέχρι το 2009, το μερίδιο των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης μεταξύ των ανέργων αυξήθηκε κατά 5 μονάδες (από 14% σε 19%) ενώ μειώθηκαν εκείνα των χαμηλότερων επιπέδων εκπαίδευσης (από 20% σε 16% για το Δημοτικό και από 39 σε 36% για το Λύκειο), και παράλληλα άρχισαν να καταγράφονται μεταξύ των ανέργων οι απόφοιτοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών (με 1,7%). Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν, από τη μια, ότι την περίοδο αυτή η διευρυμένη, πλέον, ανώτατη εκπαίδευση παρήγαγε περισσότερους αποφοίτους από όσους απορρόφησε ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας της αγοράς εργασίας. Από την άλλη αναδεικνύουν τη διαχρονική αδυναμία της σύνδεσης της μέσης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας στην Ελλάδα.

Η ελληνική απόκλιση, με την υπερδιόγκωση των ανέργων στη μέση βαθμίδα εκπαίδευσης, αντανακλά από τη μια, τη διαχρονική διαρθρωτική αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα, με την πλειονότητα των μαθητών μετά την υποχρεωτική εκπαίδευση στο Γυμνάσιο να επιλέγουν τη γενική, έναντι της τεχνικής-επαγγελματικής μέσης εκπαίδευσης στο Λύκειο. Από την άλλη, αντανακλά την έλλειψη σύνδεσης της μέσης τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, καθώς και τη δυσκαμψία του συγκεντρωτικού ελέγχου και οργάνωσης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που δεν διευκολύνει τη σύνδεση της μέσης τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης με τις ανάγκες της οικονομίας που διαμορφώνονται σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο23.

Επομένως, η παρούσα μελέτη δείχνει ότι την περίοδο πριν την έναρξη της κρίσης, στη διαχρονικά προβληματική σύνδεση της μέσης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας στην Ελλάδα προστέθηκαν σταδιακά, οι επιπτώσεις της πολιτικής της διεύρυνσης της ανώτατης εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα την αύξηση του μεριδίου των πτυχιούχων ανώτατης εκπαίδευσης μεταξύ των ανέργων, μεγεθύνοντας σταδιακά την αναντιστοιχία εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας από τη μέση στην ανώτατη εκπαίδευση. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε και την έναρξη της τάσης φυγής πτυχιούχων στο εξωτερικό, την περίοδο αυτή24. Μια αναντιστοιχία που θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν δεν λειτουργούσε σε κάποιο βαθμό «διορθωτικά» το κράτος ως εργοδότης του αυξανόμενου αριθμού πτυχιούχων ανώτατης εκπαίδευσης και μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η πολιτική της διεύρυνσης της ανώτατης εκπαίδευσης δεν μετάβαλε ουσιαστικά τον προσανατολισμό της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ιδιαίτερα του πανεπιστημιακού τομέα, που παραδοσιακά παραμένει προσανατολισμένος στην εκπαίδευση στελεχών της δημόσιας διοίκησης και, κυρίως, της εκπαίδευσης.

Ο συγκεντρωτικός τρόπος με τον οποίο υλοποιήθηκε η πολιτική της διεύρυνσης της ανώτατης εκπαίδευσης, η ίδρυση νέων ιδρυμάτων, σχολών και τμημάτων, η γεωγραφική κατανομή τους στο σύνολο της επικράτειας, η αύξηση του συνολικού αριθμό των εισαγόμενων φοιτητών και ο τρόπος κατανομής τους από το κράτος στα επιμέρους ιδρύματα, τμήματα και γνωστικά πεδία δεν διασφάλισε την σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα.

4.1.1 ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΒΑΘΙΑ ΡΗΞΗ

Η έναρξη της κρίσης και η δημοσιονομική προσαρμογή που ακολούθησε είχε σημαντικές επιπτώσεις στη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Η μεγάλη μείωση της απασχόλησης και η αύξηση της ανεργίας που σημειώθηκαν από την έναρξη της κρίσης και έπειτα, προκάλεσαν βαθιά ρήξη στην ήδη προβληματική σχέση που είχε διαμορφωθεί και ενισχυθεί την περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης.

Ειδικότερα, η παρούσα μελέτη δείχνει ότι, μετά την έναρξη της κρίσης, η μεγαλύτερη μείωση ως προς το επίπεδο εκπαίδευσης, σημειώθηκε στους απασχολούμενους με χαμηλότερη εκπαίδευση στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, ενώ αυξήθηκε στους απασχολούμενους ιδιαίτερα το μερίδιο των πτυχιούχων ανώτατης εκπαίδευσης κατά 10 περίπου μονάδες (από 21,4% το 2009 σε 30,9% το 2017), μεταπτυχιακών ή διδακτορικών σπουδών κατά 4 μονάδες (από 0,7% σε 4,8%) και των αποφοίτων Λυκείου κατά 3 μονάδες (από 31,7% σε 34,7%), εξέλιξη που αντανακλά την συνεχιζόμενη αύξηση του εκπαιδευτικού επιπέδου των απασχολούμενων και μετά την έναρξη της κρίσης.

Μετά την έναρξη της κρίσης σημειώθηκε επίσης, σημαντική μείωση του ποσοστού απασχόλησης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να είναι το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28 για τη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση, και κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ-28 για τους αποφοίτους χαμηλής εκπαίδευσης. Επιπλέον, η μεγαλύτερη αύξηση του αριθμού των ανέργων μετά το 2009 σημειώθηκε μεταξύ των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης (179,1%) και ακολούθησαν εκείνοι με εκπαίδευση στο Λύκειο (138,4%), ενώ η μικρότερη σημειώνεται στους ανέργους με εκπαίδευση Δημοτικού (55,6%).

Ακόμα, παρόλο που στο σύνολο των ανέργων το υψηλότερο μερίδιο καταλαμβάνουν οι απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης στο Λύκειο -παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητο τις τελευταίες 2 δεκαετίες-, η μεγαλύτερη αύξηση μεριδίου κατά 5 μονάδες, μετά την έναρξη της κρίσης, σημειώθηκε στους αποφοίτους ανώτατης εκπαίδευσης (από 19% σε 24%). Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη μεγάλη μείωση των απασχολούμενων στο δημόσιο τομέα που έπληξε περισσότερο τους αποφοίτους ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς μειώθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης 4,4%, με εξαίρεση τους κατόχους μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών.. Παρά τη μεγάλη μείωση της συνολικής απασχόλησης στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα στη διάρκεια της κρίσης, οι απασχολούμενοι με πτυχίο πανεπιστημίου στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν κατά 4%, ενώ εκείνοι με πτυχίο ΤΕΙ αυξήθηκαν κατά 26%. Αντίθετα, στο δημόσιο τομέα οι απασχολούμενοι με πτυχίο πανεπιστημίου μειώθηκαν κατά 27,6% και εκείνοι με πτυχίο ΤΕΙ κατά 35,2%.

Από την άλλη, παρά τη μείωση της απασχόλησηςστον ευρύτερο δημόσιο τομέα, και ειδικότερα, στα ΝΠΙΔ/ΝΠΔΔ, τα μερίδια των απασχολουμένων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκαν (από 45% το 2009 σε 56% το 2017), και με μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές (από 7% σε 11%). Παρόμοια εξέλιξη σημειώθηκε και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αντίθετα, στις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, αυξήθηκε το μερίδιο των αποφοίτων μέσης εκπαίδευσης (από 52% και 54%), των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης (από 19% σε 21%) και των κατόχων μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών (από 3% σε 5%).

Αξίζει, επιπλέον, να επισημανθεί ότι, μετά την έναρξη της κρίσης, οι απασχολούμενοι στον ιδιωτικό τομέα με ανώτατη εκπαίδευση και με μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές αυξήθηκαν (με μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 1,8% και 8,2% αντίστοιχα), ενώ οι απασχολούμενοι με χαμηλό ή μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης μειώθηκαν. Επομένως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η μείωση της απασχόλησης των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης, μετά την έναρξη της κρίσης, οφείλεται στην περιορισμένη δυνατότητα του δημόσιου τομέα, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής, να συνεχίσει να ''διορθώνει'' την αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης πτυχιούχων, που η κρατική εκπαιδευτική πολιτική παρήγαγε με την πολιτική της αύξησης του αριθμού των φοιτητών. Μια αναντιστοιχία που προκαλούσε η μεγάλη προσφορά πτυχιούχων στην αγορά εργασίας, μιας διευρυμένης ανώτατης εκπαίδευσης, με κύριο προσανατολισμό της στην προετοιμασία αποφοίτων για απασχόληση στην εκπαίδευση και στο δημόσιο τομέα. Με αυτήν την έννοια, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η κρίση έδειξε, εκ των υστέρων, ότι η προβληματική σχέση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, που είχε διαμορφωθεί ήδη πριν την έναρξη της κρίσης, με τη μεγάλη διεύρυνση της ανώτατης εκπαίδευσης, δεν ήταν βιώσιμη και οδηγήθηκε σε βαθιά ρήξη.

Η μελέτη δείχνει, επιπλέον, ότι οι επιπτώσεις της ρήξης μεταξύ ανώτατης εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας μετά το 2009 -που οδήγησε και σε ένταση της τάσης φυγής πτυχιούχων στο εξωτερικό και είχε ξεκινήσει πριν την έναρξη της κρίσης- δεν κατανέμονται ομοιόμορφα μεταξύ των αποφοίτων διαφορετικών γνωστικών πεδίων και ειδικοτήτων, καθώς και μεταξύ των δύο τομέων της ανώτατης εκπαίδευσης, των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Η αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης διαφοροποιείται καθώς σε ορισμένα πεδία είτε είναι μεγαλύτερη (π.χ. «Ξένων Γλωσσών», «Επιστημών της Ζωής», «Γεωργίας-Κτηνιατρικής», «Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών», «Πληροφορικής» «Φυσικών Επιστημών», «Μηχανολογίας, Βιομηχανίας, Κατασκευών»), είτε υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες φυγής στο εξωτερικό (πχ. γιατροί, μηχανικοί κλπ), είτε υπάρχει μικρότερη σύνδεση με την απασχόληση στο δημόσιο τομέα (π.χ. ειδικότητες ΤΕΙ).

Όμως, παρά την αύξηση των ανέργων πτυχιούχων μετά την έναρξη της κρίσης, τα ποσοστά ανεργίας τους, αν και υπερδιπλασιάστηκαν (από 7% σε 17,1% το 2017), παραμένουν τα χαμηλότερα μεταξύ των επιπέδων εκπαίδευσης, χάρη και στην φυγή πολλών στο εξωτερικό. Από την άλλη, η πρόσβαση στην αγορά εργασίας είναι πιο εύκολη στα άτομα με μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές, καθώς το ποσοστό ανεργίας έχει διαμορφωθεί στο 10% περίπου το 2017, έναντι 7% το 2009.

Επομένως, προκύπτει το συμπέρασμα ότι παρά τη μεγάλη αύξηση της ανεργίας μετά την έναρξη της κρίσης, και την τάση σύγκλισης με τις άλλες αναπτυγμένες χώρες ως προς τις πιθανότητες ανεργίας (που μειώνονται όσο αυξάνεται το επίπεδο εκπαίδευσης), η Ελλάδα συνεχίζει να παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυσκολία σύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας στο επίπεδο της μέσης εκπαίδευσης. Και η δυσκολία αυτή αφορά περισσότερο τις γυναίκες έναντι των ανδρών, καθώς το ποσοστό ανεργίας των γυναικών είναι μεγαλύτερο από εκείνο των ανδρών συνολικά (18% έναντι 25%) και σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, ενώ η μεγαλύτερη διαφορά παρατηρείται μεταξύ των αποφοίτων Λυκείου (19% για τους άνδρες έναντι 30% για τις γυναίκες), που πρέπει να αποδοθεί και στη διαχρονικά μικρότερη συμμετοχή των γυναικών στη μέση τεχνική-επαγγελματική από τους άνδρες.

Από συγκριτική σκοπιά, οι δυσκολίες σύνδεσης της μέσης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας αντανακλώνται και στις διαφορές στην κατανομή των αποφοίτων στους κλάδους απασχόλησης, καθώς σε σύγκριση με την ΕΕ-28, η μεγαλύτερη διαφορά της Ελλάδας είναι η απασχόληση περισσότερων αποφοίτων μέσης εκπαίδευσης στην Εστίαση (11,1% έναντι 4%), στη Γεωργία (9,5% έναντι 4,1%), και στη Δημόσια Διοίκηση-Άμυνα (9,6% έναντι 6,3%). Η Ελλάδα διακρίνεται επίσης, έναντι των χωρών της ΕΕ-28 για την πολύ μεγαλύτερη απασχόληση αποφοίτων χαμηλής εκπαίδευσης στη Γεωργία (34,6% έναντι 9,4%) και την Εστίαση (8,3% έναντι 6,4%). Επιπλέον, ως προς τα επαγγέλματα, ενώ στην Ελλάδα ένας στους τρεις με μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης απασχολείται στις Υπηρεσίες-Πωλήσεις και ένας στους επτά είναι Υπάλληλοι Γραφείου, στην ΕΕ-28 τα επαγγέλματα με το μεγαλύτερο μερίδιο απασχολούμενων με μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης είναι οι Τεχνικοί (17% έναντι 7% στην Ελλάδα) και οι ειδικευμένοι τεχνίτες (16% έναντι 12% αντίστοιχα). Στα άτομα με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, το μερίδιο των απασχολουμένων που είναι Αγρότες ή Κτηνοτρόφοι στην Ελλάδα είναι τριπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ-28, ενώ σχεδόν αντίστοιχο είναι το μερίδιο στα επαγγέλματα που σχετίζονται με τις Υπηρεσίες-Πωλήσεις.

Η βαθιά ρήξη εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας αντανακλάται, επιπλέον, στα ποσοστά των νέων ανέργων -όσοι δηλ. δεν έχουν εργαστεί στο παρελθόν- που, σταθερά τις τελευταίες 2 δεκαετίες, είναι κυρίως απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης στο Λύκειο (43% το 2017, έναντι 39% το 2009 και 43% το 2001), ενώ ακολουθούν οι απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης (29% το 2017 και το 2009 από 17% το 2001). Αντανακλάται ακόμη, στα πολύ χαμηλά ποσοστά απασχόλησης και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας όσων αποφοίτησαν πιο πρόσφατα από την εκπαίδευση, και ιδιαίτερα μετά το 2011, από όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, και ιδιαίτερα από τις χαμηλότερες βαθμίδες εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, από όσους αποφοίτησαν μετά το 2011 από τη Λυκειακή εκπαίδευση μόνο το 14% έχει απασχόληση, ενώ λιγότεροι από τους μισούς απασχολούνται από όσους αποφοίτησαν μεταξύ 2006-2010 από τη Λυκειακή βαθμίδα (43%) και το Γυμνάσιο (47%), με τους υπόλοιπους να μη βρίσκονται ούτε στην εκπαίδευση. Επιπλέον, όσοι αποφοίτησαν από το Λύκειο μετά το 2011, σχεδόν οι μισοί (48%) είναι άνεργοι, ενώ όσοι αποφοίτησαν μεταξύ 2006-2010 άνεργοι είναι ένας στους τρεις (36%). Όσοι αποφοίτησαν από το Γυμνάσιο μετά το 2011 τέσσερις στους δέκα (41%) είναι άνεργοι, ενώ όσοι αποφοίτησαν μεταξύ 2006-2010 ένας στους τρεις (36%) είναι άνεργοι.

Η βαθιά ρήξη αντανακλάται, ακόμα, στο βαθμό συνάφειας της εκπαίδευσης με την εργασία που εκτελούν που δηλώνουν οι απασχολούμενοι μέσης εκπαίδευσης και κατατάσσουν την Ελλάδα στην 25η θέση μεταξύ των 28 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρότι οι απόφοιτοι μέσης τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα δηλώνουν μεγαλύτερη συνάφεια από τους απόφοιτους μέσης γενικής εκπαίδευσης στο Λύκειο.

Με άλλα λόγια, η κρίση προκάλεσε βαθιά ρήξη στη σχέση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας χωρίς όμως να μεταβάλλει ουσιαστικά τις διαχρονικές αδυναμίες και ανισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί στο παρελθόν. Ειδικότερα, στη διαχρονικά προβληματική σύνδεση της μέσης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, έχουν πλέον προστεθεί και ενισχυθεί οι δυσκολίες σύνδεσης της ανώτατης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, παρά την «αποσυμπίεση» που προκαλεί η αυξημένη φυγή των πτυχιούχων στο εξωτερικό, μετά την έναρξη της κρίσης, και αντανακλούν τις επιπτώσεις της πολιτικής διεύρυνσης της ανώτατης εκπαίδευσης τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Μετά την έναρξη της κρίσης, μεταβλήθηκαν επιπλέον, παράγοντες που επηρεάζουν την ζήτηση για περισσότερη εκπαίδευση και τις εκπαιδευτικές επιλογές, όπως είναι οι προοπτικές απασχόλησης και οι οικονομικές απολαβές. Συγκεκριμένα, η μελέτη έδειξε ότι η περισσότερη εκπαίδευση έχει θετική επίδραση στις προοπτικές απασχόλησης καθώς π.χ. οι πτυχιούχοι πανεπιστημίων και ΤΕΙ αντιμετωπίζουν υψηλότερη αναλογία πιθανοτήτων να εργάζονται, σε σύγκριση με τους αποφοίτους λυκείου, κατά 65% και 41% αντίστοιχα. Έδειξε όμως επιπλέον, ότι η επίδραση, ειδικότερα, της ανώτατης εκπαίδευσης στην πρόσβαση στην προοπτική απασχόλησης, ενισχύθηκε την περίοδο της κρίσης.

Στη διάρκεια της κρίσης, μεταβλήθηκαν αρκετά και οι πιθανότητες απασχόλησης στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, ανάλογα με το επίπεδο εκπαίδευσης, καθώς μειώθηκαν σημαντικά οι πιθανότητες απασχόλησης των αποφοίτων πανεπιστημίων στο δημόσιο τομέα μεταξύ 2008-2016 ενώ αντίθετα, τα ΤΕΙ αύξησαν σημαντικά τη σχετική πιθανότητα απασχόλησής τους στον ιδιωτικό τομέα, καλύπτοντας σημαντικό μέρος της απόστασής τους από τους αποφοίτους πανεπιστημίων πριν την έναρξη της κρίσης (από 44,3% το 2008 σε μόλις 7,7% το 2016). Σημαντική αύξηση των πιθανοτήτων απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα σημειώθηκαν και για τους κατόχους μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών. Οι μεταβολές αυτές σηματοδοτούν τη «στροφή» της απασχόλησης των αποφοίτων με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα.

Εξετάζοντας τις αμοιβές των μισθωτών εργαζομένων η μελέτη έδειξε, ακόμα, ότι ο μισθός, παρότι είναι μειωμένος το 2016 σε σχέση με το 2008, έχει θετική συσχέτιση με το επίπεδο εκπαίδευσης, καθώς αυξάνεται με τη βαθμίδα εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, ελέγχοντας για το φύλο, την ηλικία και την οικονομική δραστηριότητα - προκύπτει ότι στην περίπτωση όπου ο απασχολούμενος κατέχει διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ο μισθός του είναι διπλάσιος σε σχέση με κάποιον που δεν έχει ολοκληρώσει τη στοιχειώδη εκπαίδευση. Η αναλογία αυτή υποχωρεί στην περίπτωση όπου ο εργαζόμενος είναι πτυχιούχος πανεπιστημιακής σχολής καθώς κυμαίνεται στο 66%. Αντίθετα, στα άτομα με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο το ποσοστό αυτό υποχωρεί σημαντικά. Επιπλέον, το πτυχίο της ανώτατης εκπαίδευσης δεν επιφέρει σημαντική διαφοροποίηση στο μισθό μεταξύ των αποφοίτων ΤΕΙ και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, δείχνοντας ότι η αξία των αποφοίτων ΤΕΙ στην αγορά εργασίας αποτιμάται εξίσου με εκείνη των πανεπιστημίων, εξέλιξη που πρέπει να αποδοθεί και στον τρόπο με τον οποίο αποτιμώνται οι διαφορές προσανατολισμού των σπουδών στους δύο τομείς.

Στη διάρκεια της κρίσης, η επίδραση του επιπέδου εκπαίδευσης στις αποδοχές από την εργασία διατηρείται, αλλά με μικρότερη ένταση μεταξύ των βαθμίδων εκπαίδευσης. Ακόμη, ενώ παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στις αμοιβές με βάση το φύλο υπέρ των ανδρών, προκύπτει ότι, από τη μια, η διαφορά μισθού μεταξύ των φύλων αποκλιμακώθηκε ελαφρώς μεταξύ 2008-2016. Από την άλλη, φαίνεται ότι αν και στις γυναίκες ο μισθός είναι χαμηλότερος σε σχέση με τους άνδρες, η αξία των σπουδών - βάσει των αποδοχών από την εργασία - είναι υψηλότερη από τους άνδρες. Με άλλα λόγια, είναι περισσότερο αποδοτικό για μια γυναίκα από έναν άνδρα να σπουδάσει περισσότερο, παρότι τελικά μπορεί να αμείβεται λιγότερο από έναν άνδρα. Το στοιχείο αυτό ενδεχομένως ερμηνεύει την αυξημένη ζήτηση και συμμετοχή των γυναικών στην ανώτατη εκπαίδευση και τις μεταπτυχιακές σπουδές τις τελευταίες δεκαετίες.

Επίσης αξιοσημείωτες είναι οι σημαντικές διαφορές στις αμοιβές εργαζομένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικού τομέα, για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αμείβουν τους εργαζόμενους με μισθό χαμηλότερο από ότι ο στενός ή ευρύτερος δημόσιος τομέας και το επίπεδο εκπαίδευσης, ως προσδιοριστικός παράγοντας των αποδοχών, έχει μικρότερη επίδραση στον ιδιωτικό σε σχέση με το δημόσιο τομέα. Η επίδραση αυτή, μάλιστα, στη διάρκεια της κρίσης μειώθηκε στον ιδιωτικό τομέα, ενώ ενισχύθηκε στον δημόσιο τομέα.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι ο τρόπος διαχείρισης του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και των αμοιβών του προσωπικού του συνδέεται με τη ζήτηση για υψηλότερη εκπαίδευση, τη ζήτηση για πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, και ιδιαίτερα τη ζήτηση για εκείνες τις ανώτατες σπουδές που έχουν περισσότερες πιθανότητες να οδηγήσουν σε καλύτερα αμειβόμενη απασχόληση, στο δημόσιο τομέα. Η διαχείριση αυτή και οι επιπτώσεις των μισθολογικών διαφορών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα όμως, ενδεχομένως, εκτείνονται και στη μέση εκπαίδευση, και τις εκπαιδευτικές επιλογές των νέων στο επίπεδο αυτό, καθώς στην ανώτατη εκπαίδευση οδηγεί περισσότερο η γενική εκπαίδευση στη Λύκειο, έναντι της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης. Με άλλα λόγια, η διαχείριση του δημόσιου τομέα έναντι του ιδιωτικού, ενδεχομένως, συμβάλλει στην περιορισμένη συμμετοχή στη μέση τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς ενισχύει την επιδίωξη της συνέχισης των σπουδών στην ανώτατη εκπαίδευση, εντείνοντας τη διαρθρωτική αδυναμία της μέσης εκπαίδευσης και περιορίζοντας την καλύτερη σύνδεσή της με την αγορά εργασίας και τον ιδιωτικό τομέα.

Συνοψίζοντας, η παρούσα μελέτη τεκμηρίωσε, ανέλυσε και έδειξε ότι η κρίση που ξέσπασε το 2009 προκάλεσε βαθιά ρήξη σε μια ήδη προβληματική σχέση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, χωρίς όμως να μεταβάλει ριζικά τις διαχρονικές διαρθρωτικές αδυναμίες και ανισορροπίες που προϋπήρχαν στη σχέση αυτή. Ειδικότερα, από τη μια, μεγεθύνθηκαν οι διαχρονικά μεγαλύτερες δυσκολίες που εστιάζονταν στη μέση εκπαίδευση, και αντανακλούσαν κυρίως την υστέρηση της συμμετοχής νέων στην τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση και τη χαμηλή σύνδεσή της με τις ανάγκες των τοπικών οικονομιών, στο πλαίσιο ενός συγκεντρωτικά οργανωμένου εκπαιδευτικού συστήματος, ελεγχόμενου από το κεντρικό κράτος.

Από την άλλη, η μελέτη έδειξε ότι, μετά την έναρξη της κρίσης, ενισχύθηκαν οι δυσκολίες σύνδεσης της ανώτατης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Η έκταση και ο συγκεντρωτικός και εσωστρεφής τρόπος με τον οποίο υλοποιήθηκε η διεύρυνση της ανώτατης εκπαίδευσης τις τελευταίες δύο δεκαετίες, δεν διασφάλισε την ισχυρή σύνδεσή της με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και τη οικονομίας. Παρά την ποσοτική αύξηση των ιδρυμάτων, των σχολών και των τμημάτων, την γεωγραφική τους επέκταση στο σύνολο της επικράτειας, και την αύξηση των φοιτητών, διατηρήθηκε ο παραδοσιακός προσανατολισμός της παρεχόμενης εκπαίδευσης στα πανεπιστήμια, πρωτίστως, προς την προετοιμασία των αποφοίτων για την απασχόληση στην εκπαίδευση και στη δημόσια διοίκηση, και λιγότερο προς εξωστρεφείς τομείς του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά τους. H μελέτη δείχνει όμως τη «στροφή» της απασχόλησης των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, που σημειώθηκε στη διάρκεια της κρίσης, και ιδιαίτερα των αποφοίτων ΤΕΙ που μείωσαν σημαντικά την απόστασή τους από τα πανεπιστήμια και των κατόχων μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών.

Παρά τις έντονες επιπτώσεις της κρίσης, τη βαθιά ρήξη μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας και τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νεώτεροι απόφοιτοι όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης στην πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας, βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις εκπαιδευτικές επιλογές των νέων και διαμορφώνουν τη ζήτηση για εκπαίδευση, παραμένουν ισχυροί. Συγκεκριμένα, η μελέτη έδειξε ότι το επίπεδο εκπαίδευσης όχι μόνο διατηρεί θετική επίδραση εξασφαλίζοντας καλύτερες προοπτικές απασχόλησης και υψηλότερες οικονομικές απολαβές των αποφοίτων, αλλά και ότι η επίδραση της ανώτατης εκπαίδευσης ενισχύθηκε μέσα στην κρίση, ενώ και η πιθανότητα φυγής στο εξωτερικό, αποδυναμώνει τις αρνητικές προοπτικές και τις πιθανότητες ανεργίας. Η αξία μάλιστα των σπουδών, η επίδραση δηλαδή του επιπέδου εκπαίδευσης στις αμοιβές, παραμένει μεγαλύτερη για τις γυναίκες από τους άνδρες. Η αξία των σπουδών είναι, επίσης, μεγαλύτερη για όσους απασχολούνται στο δημόσιο έναντι του ιδιωτικού τομέα, και ενισχύθηκε περισσότερο στη διάρκεια της κρίσης. Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ανώτατης, έναντι της μέσης εκπαίδευσης και της απασχόλησης στο δημόσιο, έναντι του ιδιωτικού τομέα, με τον οποίο συνδέεται πρωτίστως ο πανεπιστημιακός τομέας της ανώτατης εκπαίδευσης, ενδεχομένως ενισχύουν και την συμμετοχή στη γενική μέση εκπαίδευση, αποδυναμώνοντας την τεχνική-επαγγελματική μέση εκπαίδευση, αλλά και την ανώτατη τεχνολογική εκπαίδευση στα ΤΕΙ.

Επειδή όμως, οι σπουδές στην ανώτατη εκπαίδευση έχουν επιπλέον, σημαντικό ιδιωτικό κόστος που και αυτό έχει μεταβληθεί στη διάρκεια της κρίσης, χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να διαπιστωθεί αν, στη διάρκεια της κρίσης, έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι ιδιωτικές αποδόσεις της ανώτατης εκπαίδευσης συνολικά, και αν υπάρχουν πράγματι αλλαγές στις εκπαιδευτικές επιλογές των μαθητών στη μέση εκπαίδευση -μεταξύ γενικής και τεχνικής-επαγγελματικής- και των υποψηφίων φοιτητών μεταξύ των διαφορετικών ιδρυμάτων, σχολών και τμημάτων. Επιπλέον, χρειάζεται να διερευνηθούν περαιτέρω οι επιπτώσεις της κρίσης στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και στις εκπαιδευτικές επιλογές των νέων και των φοιτητών και στις εκπαιδευτικές ανισότητες, που διαμορφώνουν τις εκπαιδευτικές ροές, τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, και την προσφορά εργατικού δυναμικού στην αγορά εργασίας.

Εκείνο που ύστερα από την κρίση έχει, όμως, μεταβληθεί είναι η δυνατότητα του κράτους να ''διορθώνει'' την αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης, προσλαμβάνοντας άνεργους αποφοίτους στο δημόσιο τομέα, όπως συνέβη την περίοδο πριν την κρίση. Άλλωστε, κανένα μελλοντικό σενάριο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας δεν φαίνεται να περιλαμβάνει τη διόγκωση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα και την έμφαση στην δημόσια κατανάλωση στο ορατό μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση, τα μεγάλα ποσοστά ανεργίας αποφοίτων μέσης και ανώτατης εκπαίδευσης, η έκταση της εξωτερικής μετανάστευσης κυρίως πτυχιούχων, και οι αβέβαιες πιθανότητες επιστροφής τους, περιορίζουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και μειώνουν την απόδοση, πρωτίστως, των δημόσιων επενδύσεων στην εκπαίδευση. Για τούτο, η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, ο αναπροσανατολισμός ιδιαίτερα της ανώτατης εκπαίδευσης από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα και τις επιχειρήσεις και η ενίσχυση της μέσης τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης αποτελούν μέρος των σημαντικότερων προκλήσεων που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν άμεσα. Προκλήσεις που γίνονται μεγαλύτερες εξαιτίας της εντεινόμενης απειλής απαξίωσης γνώσεων και δεξιοτήτων των ανέργων, ιδιαίτερα εκείνων με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, όσο τα ποσοστά ανεργίας παραμένουν υψηλά.

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: